Ξυπνώ. Τα μάτια μου κλεισμένα τα κρατώ,του ονείρου αργά η γλυκά ξεμακραίνει.
Όταν τα βλέφαρα ανοίξουν θα δω ό,τι τυχαίνει
μα σφαλισμένα σαν τα έχω, διακρίνω ό,τι ποθώ.
Τα λόγια μου λιγόστεψαν τα χείλη συγκρατώ.
Τι σθένος θα ‘χει ό,τι συλλαβίσω;
Δυο λέξεις μόνο μου ‘μειναν να σιγοψιθυρίσω,
σ’ έναν ωραίο άνθρωπο να πω το σ’ αγαπώ.
Και στους ήχους γύρω μου τι δύναμη να βρω;
Φαντάζουν τα πάθη ψεύτικα μέσα σ’ αυτή τη δίνη.
Είναι το στόμα φιμωμένο πια, που αρκέστηκε να δίνει,
ένα με νόημα γεμάτο, θλιμμένο, “κι’ εγώ”…



